Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

"ANTIHEROES", Susana Blasco


Ισπανίδα καλλιτέχνης, με βάση της το Bilbao, ονομάζει "ANTIHEROES" τις προσωπικές ιστορίες που δημιουργεί.
Σουρεαλιστικά πορτραίτα, videos και εικαστικές κατασκευές, βασισμένα στην επεξεργασία παλιών φωτογραφιών, μας κάνουν να "διαβάζουμε" το παρελθόν "αλλιώς"...


Via Art Fucks Me



Via Art Fucks Me



Via Art Fucks Me



Via Art Fucks Me



Via Art Fucks Me



Via Art Fucks Me



Via Art Fucks Me


Via Art Fucks Me


Via Art Fucks Me

Περισσότερα για τη δουλειά της Blasco στον σύνδεσμο https://www.instagram.com/descalza/

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Inside out



Την παρακολουθούσε εδώ και ένα μήνα.

Καθισμένος στο ξεχαρβαλωμένο παγκάκι, της παρατημένης παιδικής χαράς, δίπλα στο μοναδικό δέντρο, έβλεπε χωρίς να φαίνεται. 

Κάθε μέρα στις οκτώ παρά τέταρτο το πρωί, έβγαινε από τη σιδερένια πόρτα της μονοκατοικίας του ΄60, ήταν ανάμεσα στα 40 με 50, μέτριο ανάστημα, σφιχτοχτενισμένα μαλλιά, σφιχτοκουμπωμένη καπαρντίνα,  αδιάφορο πρόσωπο, γρήγορο βήμα, κοιτούσε πάντα φευγαλέα προς τα πίσω, γύριζε στις επτά, καμιά φορά στις οκτώ κρατώντας σφιχτά μαύρα ντοσιέ, το βήμα τότε ήταν πιο αργό, η καπαρντίνα ανοιχτή, τα φώτα που μισοφαίνονταν έκλειναν στις δώδεκα ή και αργότερα, τις άλλες φορές σχολαστικά στις δέκα.

Εκτός από την Πέμπτη, νωρίτερη επιστροφή, περιποιημένο χτένισμα, έξαψη στο βάδισμα, στις εννιά ένας άντρας, ποτέ δεν είχε καταφέρει να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του, χτυπούσε, έμπαινε βιαστικά, μόλις που προλάβαινε μια κόκκινη δαντέλα πάνω σ’ ένα ντελικάτο πόδι, τα φώτα κάθε Πέμπτη έσβηναν σχεδόν αμέσως.

Τα Σαββατοκύριακά της πανομοιότυπα, φορτωμένη με σακούλες σούπερ μάρκετ, δίωρη έξοδος το απόγευμα, τα φώτα έκλειναν στις δέκα, τα παράθυρα ποτέ δεν άνοιγαν, την Κυριακή έμενε σπίτι.

Κάθε μέρα, κάθε μέρα, κάθε μέρα…

via www.dithepi.gr

Μόνο μια καθόλα αδιάφορη Τετάρτη, την ίδια πρωινή της ώρα, με μαλλιά αχτένιστα, κρεμασμένα, στους ώμους, φθαρμένη ρόμπα, στραβοπατημένες παντόφλες, έξαλλο βλέμμα, την αντιλήφθηκε να τρέχει προς το μέρος του, στάθηκε μπροστά του, ρε μαλάκα, τι ζόρι τραβάς, νομίζεις δεν σε έχω καταλάβει ένα μήνα τώρα, ανώμαλε, ποιος είσαι  κάντην αμέσως πριν φωνάξω την αστυν… σταμάτησε απότομα, ξαφνικά συνειδητοποίησε πως το πλάσμα που καθόταν απέναντί της, δεν είχε πρόσωπο, μάλλον υπήρχε το περίγραμμα του προσώπου, αλλά μπορούσε να διακρίνει μέσα από αυτό, τις σπασμένες κούνιες, την απέναντι πολυκατοικία... 

Γιατί απορείς της απάντησε, είμαι εσύ, από μέσα προς τα έξω…

Είμαι η νοσταλγία για τα παιδικά σου χρόνια, για το αγόρι που είχες αγαπήσει στην εφηβεία και ποτέ δεν βρήκες το θάρρος να του το δείξεις, οι πιο κρυφές σου σκέψεις, τα μαύρα σου φεγγάρια, τα θέλω που έγιναν πρέπει, τα πρέπει που σε σκοτώνουν, οι επιθυμίες που σκοντάφτουν στην ατολμία σου, εκείνο το ταξίδι στην Τοσκάνη που ποτέ δεν αποφασίζεις να κάνεις, η έξαψή σου κάθε Πέμπτη, η ντροπή σου όταν τον πληρώνεις πριν φύγει στα κρυφά…

Το πρόσωπο άλλαξε, δεν ήταν πια διάφανο, ένας λεκιασμένος καθρέφτης το κάλυπτε, έβγαινε σχεδόν έξω από το περίγραμμα, έβλεπε τον εαυτό της, θολές σκηνές από πράγματα περασμένα, πρόσωπα, άλλοτε σχήματα, κόκκινο χρώμα, δεν θα με ξαναδείς της είπε, δεν έχει πια νόημα, «η ευκαιρία υπήρχε, η ευκαιρία χάθηκε?»…

Κάποιοι περαστικοί άρχισαν να κοντοστέκονται, μερικοί την έδειχναν πριν προχωρήσουν, μια γυναίκα με λυμένα μαλλιά, βαμβακερή ρόμπα και στραβοπατημένες παντόφλες, κοιτούσε με επιμονή το μοναδικό ξεχαρβαλωμένο παγκάκι της παιδικής χαράς, δίπλα στο δέντρο…






Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Κόκκινο



Λάτρευε  τα τσαλακωμένα κόκκινα χαρτάκια από τις καραμέλες, αυτό το χρώμα τον είχε στοιχειώσει, τα μάζευε και τα κολλούσε με μεγάλη προσοχή και ακρίβεια στους τοίχους του σπιτιού του, είχε φτιάξει ένα κόκκινο τσαλακωμένο κουκούλι.


Μπορούσε επίσης να πετάξει, σχεδόν κάθε βράδυ, διαπερνώντας μια ελάχιστη χαραμάδα στο παράθυρο, υψωνόταν πάνω από την πόλη.


Στην αρχή έριχνε μια βιαστική ματιά προς τα κάτω, κόκκινα φώτα, κόκκινες ανταύγειες, συνέχιζε προς τη χωματερή, είχε τσεκάρει ακριβώς την ώρα της κόκκινης φλόγας που έκαιγε τα πολτοποιημένα σκουπίδια, χαιρόταν, κάθε σκουπίδι έκρυβε μια ιστορία που χανόταν στη φωτιά, χιλιάδες ιστορίες είχαν γίνει μια που πια δυνάμωνε την κόκκινη φλόγα, έστριβε λίγο, πάνω από τη λαχαναγορά τα υπολείμματα είχαν διάφορα χρώματα, αλλά οι εργάτες που τα μάζευαν φορούσαν κόκκινες φόρμες και σκούπιζαν με κόκκινες σκούπες, η αδρεναλίνη του φούντωνε πάνω από τα σφαγεία, έβλεπε καθαρά το ξεραμένο αίμα και τα γδαρμένα σώματα των ζώων που κρέμονταν στη σειρά, έπρεπε να ηρεμήσει, έκοβε προς την Αχαρνών, κόκκινα φωτάκια από τα μπουρδέλα, Λιοσίων, Φυλής, χαμήλωνε λίγο, ίσα για να δει φευγαλέα τα «κορίτσια» με τα κόκκινα εσώρουχα, τέλειωνε τη βόλτα του στην Πειραιώς, πάνω από τα μαγαζιά των Κινέζων, είχαν κρεμάσει τα κόκκινα χαρτοφάναρα, έπαιρνε τον δρόμο για πίσω, ξημέρωνε και πάντα του άρεσε να βλέπει το κόκκινο της ανατολής πριν γλιστρήσει ξανά στο κόκκινο κουκούλι.

via gr.dreamsline.com

Στα τσαλακωμένα χαρτάκια, δεν άρεσαν καθόλου αυτές οι αποδράσεις, επαναστατούσαν ξεκολλώντας από τους τοίχους, σ’ εκείνον πάλι δεν άρεσαν οι επαναστάσεις, μπορεί να είχαν κόκκινο χρώμα, αλλά όχι και μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τα μάζευε και τα κολλούσε ξανά, λίγο πιο δυνατά…


Ένα πρωί, η γυναίκα που του καθάριζε μια στις τόσες, τον βρήκε ακίνητο στο κρεβάτι, τα κόκκινα χαρτάκια κάλυπταν όλο του το σώμα, αλλά τα περισσότερα είχαν χωθεί στο ανοιχτό του στόμα.


Περίεργο, το προηγούμενο βράδυ δεν είχε πετάξει…


Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Παράθυρο...



Η τραπεζαρία, στο «Κέντρο Πλήρους Αποκατάστασης Της Ψυχικής Υγείας» που με φιλοξενούσε εδώ και κάποιες μέρες, ήταν σχεδόν άδεια…

Περασμένο μεσημέρι, οι περισσότεροι συνφιλοξενούμενοι, κατ’ εντολήν των ιατρών, έχοντας φάει και πιει τα ενισχυμένα κοκτέιλ τους, βρίσκονταν στα δωμάτια…

Έψαχνα για αναπτήρα, ήμουν «ελαφριά» περίπτωση, έτσι είχα την άδεια να κυκλοφορώ ελεύθερα….

Μπήκα δισταχτικά, ήταν η πρώτη φορά που έβγαινα και για να είμαι ειλικρινής φοβόμουν …

Όλα, ωστόσο, ήταν ήρεμα, απόκοσμα ήρεμα και λευκά…

Λευκά...Λευκά... Λευκά…

Το απόλυτο λευκό κυριαρχούσε σ’ όλο  το «Κέντρο», τοίχοι, έπιπλα, νοσηλευτές και γιατροί, ορισμένες φορές, έβλεπα τα πρόσωπα και τα σώματά τους λευκά, είχα αρχίσει να σκέφτομαι λευκά, αλλά το θεώρησα φυσιολογική παρενέργεια του δικού μου λευκού κοκτέιλ…


Στην τραπεζαρία, ο λευκός θεραπευτής  παρακολουθούσε διακριτικά, δεν ξεχώριζε άλλωστε, μια γυναίκα, στη δική μου περίπου ηλικία, με ακίνητα μάτια που παρατηρούσαν το κενό, περπατούσε κυκλικά, λίγο ίσια, μετά ξανά κυκλικά, μουρμουρίζοντας, ένας μεσήλικας έσχιζε σε  κομματάκια λευκές χαρτοπετσέτες σχηματίζοντας μικρά βουναλάκια, ένας γέροντας καθισμένος σταυροπόδι, κάπνιζε με μανία, φυσούσε τον καπνό και μετά από κάθε ρουφηξιά χαμογελούσε πλατιά αφήνοντας να φανούν δυο τεράστιοι, μοναχικοί κυνόδοντες, σε μια γωνία καθόταν κάποιος που μου φάνηκε σχετικά ήσυχος, κάπνιζε κι αυτός, τον πλησίασα…

Ζήτησα  αναπτήρα, στην αρχή με κοίταξε καχύποπτα, έπειτα χαλάρωσε και έβγαλε από την τσέπη της ζακέτας του, έναν κατακόκκινο Bic

Αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε, δεν θυμόταν το όνομά του, αν δούλευε, πόσων χρονών ήταν,  αν είχε οικογένεια, άρχισα να αγχώνομαι, δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλες ερωτήσεις, σώπασα για αρκετή ώρα….

Σώπασε κι αυτός, αλλά εντελώς ξαφνικά, σηκώθηκε όρθιος και με στεντόρεια φωνή και άγαρμπες, θεατρικές κινήσεις, φώναξε «ΘΕΛΩ ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ»…

Ζαρωμένα τον ρώτησα γιατί… 
Κάθισε και ψιθύρισε, σφίγγοντας το μπράτσο μου «για να βλέπω τον κόσμο, θα μου το φέρεις, έτσι, υπόσχεσαι..»

Ο λευκός θεραπευτής άρχισε διακριτικά να πλησιάζει προς το μέρος μας…


 via egolpiowordpress.com

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Ξύλινες βάρκες...



Ήταν λέει το τελευταίο παιχνίδι που είχε απομείνει στο διαλυμένο λούνα-παρκ…
Τις είδε καθώς περνούσε ανάμεσα από τα ξεχαρβαλωμένα, πεταμένα στα βρωμόνερα, άλογα του καρουζέλ, τα κεφάλια τους ήταν γερμένα στο πλάι μ’ αυτό το ηλίθιο χαμόγελο…
Τους σπασμένους παραμορφωτικούς καθρέφτες…
Το «τρενάκι του τρόμου», τα φοβερά τέρατα κείτονταν ανάσκελα στα βαγόνια…
Τα σημάδια των στόχων, στέκονταν όρθια αυτά, αλλά τα πλαστικά τουφέκια είχαν λιωμένες κάνες...
Το τεράστιο κεφάλι του κλόουν που κάποτε ήταν «επί της υποδοχής», σάπιζε χωρίς σώμα…
Εκείνες όμως στη θέση τους…
Ακριβώς όπως τις θυμόταν…


via www.musicheaven.gr

Πέντε ξύλινες βάρκες, δεμένες με χοντρό σχοινί σε ειδική βάση, ένα άλλο χοντρό σχοινί κρεμόταν στη μέση, έπρεπε να το τραβήξεις, ήθελε δύναμη και λίγο σπρώξιμο από τον νάνο που εξυπηρετούσε χρέη βοηθού και ωωωπ βρισκόσουν στον αέρα, μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, έλα, τράβα λίγο περισσότερο να περάσουμε τους διπλανούς…
Ακίνητες, ξεφτισμένα σχοινιά, ξεθωριασμένα χρώματα αλλά εκεί…

Ανέβηκε στη μεσαία, προσπάθησε να πιάσει το σχοινί δεν τα κατάφερνε, η άκρη του ήταν ένα τσακ πριν από την άκρη του χεριού του, ξαφνικά άρχισε να κινείται, να αιωρείται με μεγάλη ταχύτητα στο κενό, μπρος-πίσω, μπρος – πίσω, δεν μπορούσε να διακρίνει τους διπλανούς, με την άκρη του ματιού του είδε τέσσερις τσίγκινες φιγούρες, να ανεβοκατεβάζουν τα σχοινιά με μεγάλη ευκολία, τον έφταναν, τον ξεπερνούσαν, όλο και πιο δυνατά, μπρος-πίσω, μπρος –πίσω, όλο και πιο ψηλά…

Αισθανόταν ναυτία, ανακατεμένη με ηδονή, ένιωθε όπως το χθεσινό βράδυ, λίγο πριν τελειώσει ανάμεσα στα ανοιγμένα σκέλια της μεθυσμένης πουτάνας του…

Πιο ψηλά, πιο δυνατά, μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, ξαφνικά οι βάρκες σταμάτησαν απότομα, σφήνωσαν με την πλώρη στην άμμο…

Την επόμενη μέρα, το συνεργείο του δήμου, δίστασε λίγο πριν μαζέψει πέντε ξύλινες βάρκες, όρθιες με την πλώρη βαθιά στην άμμο, τέσσερα τσίγκινα ανθρωπάρια και έναν τύπο, με το κεφάλι γερμένο στο πλάι, ένα ηλίθιο χαμόγελο, μ' ορθάνοιχτα μάτια που κοιτούσαν τον ουρανό…