Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Κόκκινο



Λάτρευε  τα τσαλακωμένα κόκκινα χαρτάκια από τις καραμέλες, αυτό το χρώμα τον είχε στοιχειώσει, τα μάζευε και τα κολλούσε με μεγάλη προσοχή και ακρίβεια στους τοίχους του σπιτιού του, είχε φτιάξει ένα κόκκινο τσαλακωμένο κουκούλι.


Μπορούσε επίσης να πετάξει, σχεδόν κάθε βράδυ, διαπερνώντας μια ελάχιστη χαραμάδα στο παράθυρο, υψωνόταν πάνω από την πόλη.


Στην αρχή έριχνε μια βιαστική ματιά προς τα κάτω, κόκκινα φώτα, κόκκινες ανταύγειες, συνέχιζε προς τη χωματερή, είχε τσεκάρει ακριβώς την ώρα της κόκκινης φλόγας που έκαιγε τα πολτοποιημένα σκουπίδια, χαιρόταν, κάθε σκουπίδι έκρυβε μια ιστορία που χανόταν στη φωτιά, χιλιάδες ιστορίες είχαν γίνει μια που πια δυνάμωνε την κόκκινη φλόγα, έστριβε λίγο, πάνω από τη λαχαναγορά τα υπολείμματα είχαν διάφορα χρώματα, αλλά οι εργάτες που τα μάζευαν φορούσαν κόκκινες φόρμες και σκούπιζαν με κόκκινες σκούπες, η αδρεναλίνη του φούντωνε πάνω από τα σφαγεία, έβλεπε καθαρά το ξεραμένο αίμα και τα γδαρμένα σώματα των ζώων που κρέμονταν στη σειρά, έπρεπε να ηρεμήσει, έκοβε προς την Αχαρνών, κόκκινα φωτάκια από τα μπουρδέλα, Λιοσίων, Φυλής, χαμήλωνε λίγο, ίσα για να δει φευγαλέα τα «κορίτσια» με τα κόκκινα εσώρουχα, τέλειωνε τη βόλτα του στην Πειραιώς, πάνω από τα μαγαζιά των Κινέζων, είχαν κρεμάσει τα κόκκινα χαρτοφάναρα, έπαιρνε τον δρόμο για πίσω, ξημέρωνε και πάντα του άρεσε να βλέπει το κόκκινο της ανατολής πριν γλιστρήσει ξανά στο κόκκινο κουκούλι.

via gr.dreamsline.com

Στα τσαλακωμένα χαρτάκια, δεν άρεσαν καθόλου αυτές οι αποδράσεις, επαναστατούσαν ξεκολλώντας από τους τοίχους, σ’ εκείνον πάλι δεν άρεσαν οι επαναστάσεις, μπορεί να είχαν κόκκινο χρώμα, αλλά όχι και μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τα μάζευε και τα κολλούσε ξανά, λίγο πιο δυνατά…


Ένα πρωί, η γυναίκα που του καθάριζε μια στις τόσες, τον βρήκε ακίνητο στο κρεβάτι, τα κόκκινα χαρτάκια κάλυπταν όλο του το σώμα, αλλά τα περισσότερα είχαν χωθεί στο ανοιχτό του στόμα.


Περίεργο, το προηγούμενο βράδυ δεν είχε πετάξει…


Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Παράθυρο...



Η τραπεζαρία, στο «Κέντρο Πλήρους Αποκατάστασης Της Ψυχικής Υγείας» που με φιλοξενούσε εδώ και κάποιες μέρες, ήταν σχεδόν άδεια…

Περασμένο μεσημέρι, οι περισσότεροι συνφιλοξενούμενοι, κατ’ εντολήν των ιατρών, έχοντας φάει και πιει τα ενισχυμένα κοκτέιλ τους, βρίσκονταν στα δωμάτια…

Έψαχνα για αναπτήρα, ήμουν «ελαφριά» περίπτωση, έτσι είχα την άδεια να κυκλοφορώ ελεύθερα….

Μπήκα δισταχτικά, ήταν η πρώτη φορά που έβγαινα και για να είμαι ειλικρινής φοβόμουν …

Όλα, ωστόσο, ήταν ήρεμα, απόκοσμα ήρεμα και λευκά…

Λευκά...Λευκά... Λευκά…

Το απόλυτο λευκό κυριαρχούσε σ’ όλο  το «Κέντρο», τοίχοι, έπιπλα, νοσηλευτές και γιατροί, ορισμένες φορές, έβλεπα τα πρόσωπα και τα σώματά τους λευκά, είχα αρχίσει να σκέφτομαι λευκά, αλλά το θεώρησα φυσιολογική παρενέργεια του δικού μου λευκού κοκτέιλ…


Στην τραπεζαρία, ο λευκός θεραπευτής  παρακολουθούσε διακριτικά, δεν ξεχώριζε άλλωστε, μια γυναίκα, στη δική μου περίπου ηλικία, με ακίνητα μάτια που παρατηρούσαν το κενό, περπατούσε κυκλικά, λίγο ίσια, μετά ξανά κυκλικά, μουρμουρίζοντας, ένας μεσήλικας έσχιζε σε  κομματάκια λευκές χαρτοπετσέτες σχηματίζοντας μικρά βουναλάκια, ένας γέροντας καθισμένος σταυροπόδι, κάπνιζε με μανία, φυσούσε τον καπνό και μετά από κάθε ρουφηξιά χαμογελούσε πλατιά αφήνοντας να φανούν δυο τεράστιοι, μοναχικοί κυνόδοντες, σε μια γωνία καθόταν κάποιος που μου φάνηκε σχετικά ήσυχος, κάπνιζε κι αυτός, τον πλησίασα…

Ζήτησα  αναπτήρα, στην αρχή με κοίταξε καχύποπτα, έπειτα χαλάρωσε και έβγαλε από την τσέπη της ζακέτας του, έναν κατακόκκινο Bic

Αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε, δεν θυμόταν το όνομά του, αν δούλευε, πόσων χρονών ήταν,  αν είχε οικογένεια, άρχισα να αγχώνομαι, δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλες ερωτήσεις, σώπασα για αρκετή ώρα….

Σώπασε κι αυτός, αλλά εντελώς ξαφνικά, σηκώθηκε όρθιος και με στεντόρεια φωνή και άγαρμπες, θεατρικές κινήσεις, φώναξε «ΘΕΛΩ ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ»…

Ζαρωμένα τον ρώτησα γιατί… 
Κάθισε και ψιθύρισε, σφίγγοντας το μπράτσο μου «για να βλέπω τον κόσμο, θα μου το φέρεις, έτσι, υπόσχεσαι..»

Ο λευκός θεραπευτής άρχισε διακριτικά να πλησιάζει προς το μέρος μας…


 via egolpiowordpress.com

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Ξύλινες βάρκες...



Ήταν λέει το τελευταίο παιχνίδι που είχε απομείνει στο διαλυμένο λούνα-παρκ…
Τις είδε καθώς περνούσε ανάμεσα από τα ξεχαρβαλωμένα, πεταμένα στα βρωμόνερα, άλογα του καρουζέλ, τα κεφάλια τους ήταν γερμένα στο πλάι μ’ αυτό το ηλίθιο χαμόγελο…
Τους σπασμένους παραμορφωτικούς καθρέφτες…
Το «τρενάκι του τρόμου», τα φοβερά τέρατα κείτονταν ανάσκελα στα βαγόνια…
Τα σημάδια των στόχων, στέκονταν όρθια αυτά, αλλά τα πλαστικά τουφέκια είχαν λιωμένες κάνες...
Το τεράστιο κεφάλι του κλόουν που κάποτε ήταν «επί της υποδοχής», σάπιζε χωρίς σώμα…
Εκείνες όμως στη θέση τους…
Ακριβώς όπως τις θυμόταν…


via www.musicheaven.gr

Πέντε ξύλινες βάρκες, δεμένες με χοντρό σχοινί σε ειδική βάση, ένα άλλο χοντρό σχοινί κρεμόταν στη μέση, έπρεπε να το τραβήξεις, ήθελε δύναμη και λίγο σπρώξιμο από τον νάνο που εξυπηρετούσε χρέη βοηθού και ωωωπ βρισκόσουν στον αέρα, μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, έλα, τράβα λίγο περισσότερο να περάσουμε τους διπλανούς…
Ακίνητες, ξεφτισμένα σχοινιά, ξεθωριασμένα χρώματα αλλά εκεί…

Ανέβηκε στη μεσαία, προσπάθησε να πιάσει το σχοινί δεν τα κατάφερνε, η άκρη του ήταν ένα τσακ πριν από την άκρη του χεριού του, ξαφνικά άρχισε να κινείται, να αιωρείται με μεγάλη ταχύτητα στο κενό, μπρος-πίσω, μπρος – πίσω, δεν μπορούσε να διακρίνει τους διπλανούς, με την άκρη του ματιού του είδε τέσσερις τσίγκινες φιγούρες, να ανεβοκατεβάζουν τα σχοινιά με μεγάλη ευκολία, τον έφταναν, τον ξεπερνούσαν, όλο και πιο δυνατά, μπρος-πίσω, μπρος –πίσω, όλο και πιο ψηλά…

Αισθανόταν ναυτία, ανακατεμένη με ηδονή, ένιωθε όπως το χθεσινό βράδυ, λίγο πριν τελειώσει ανάμεσα στα ανοιγμένα σκέλια της μεθυσμένης πουτάνας του…

Πιο ψηλά, πιο δυνατά, μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, ξαφνικά οι βάρκες σταμάτησαν απότομα, σφήνωσαν με την πλώρη στην άμμο…

Την επόμενη μέρα, το συνεργείο του δήμου, δίστασε λίγο πριν μαζέψει πέντε ξύλινες βάρκες, όρθιες με την πλώρη βαθιά στην άμμο, τέσσερα τσίγκινα ανθρωπάρια και έναν τύπο, με το κεφάλι γερμένο στο πλάι, ένα ηλίθιο χαμόγελο, μ' ορθάνοιχτα μάτια που κοιτούσαν τον ουρανό… 

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Ο "επιβεβλημένος" θάνατος...

Θυμώνω...
Γιατί μόλις συμβεί κάτι "τραγικό" σε μια χώρα "εκλεπτυσμένη" πολιτικά και πολιτισμικά, σε μια χώρα που εμείς οι εξίσου "εκλεπτυσμένοι" ταυτιζόμαστε μ'αυτήν, μα στο Παρίσι, "Το Παρίσι", στη Νέα Υόρκη, "Η Νέα Υόρκη", κλαίμε και δερνόμαστε, καλούμαστε να πενθήσουμε "εθνικά", ουπς οι "κακοί" χτύπησαν ξανά, αθώα τα θύματα, αθώοι εμείς οι "υπεράνω", μήπως χτυπήσει η συμφορά και τη δική μας πόρτα, αλλάζω φωτο προφίλ, σβύνω τα φώτα...


via apolonios pblogs.gr

 Οι ρουκέτες σε Συρία, Βηρυτό, Παλαιστίνη, εκεί να δεις θύματα, δεν μας αγγίζουν...

Μακριά μας πέφτουν βρε παιδί μου, "τριτοκοσμικοί" αυτοί, βάζουμε αριθμούς και βαθμούς αξιολόγησης στον "κόσμο", άλλο χρώμα, άλλη θρησκεία, άλλη πατρίδα, άλλη οικογένεια...


Γατάκια, ο "επιβεβλημένος" θάνατος δεν κάνει "διαχωρισμούς"...
Σπέρνεις βία, θερίζεις βία...


Τόσο απλά και απλοϊκά...

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Olive Santaoloria, frozen bodies waiting to be revived in the future...

Γάλλος φωτογράφος, τα έργα του μας "εμβαπτίζουν" στην απόλυτη αγνότητα, δίνοντας την ψευδαίσθηση, "παγωμένων", "θαμμένων" στην υποθαλάσσια άβυσσο, σωμάτων..
Απολαύστε...



Olive Santaoloria, Leviathan, via Art Fucks Me




Olive Santaoloria, Leviathan, via Art Fucks Me
 


Olive Santaoloria, Leviathan, via Art Fucks Me



Olive Santaoloria, Leviathan, via Art Fucks Me





Olive Santaoloria, Leviathan, via Art Fucks Me





Olive Santaoloria, Leviathan, via Art Fucks Me

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Αυτά που "ίπτανται"...



Ήταν μια «πολλά υποσχόμενη» βραδιά…
Στο αμφιθέατρο του Μουσείου τα πάντα είχαν προγραμματιστεί με σχολαστική επιμέλεια… 
Μικρόφωνα, οθόνη προβολής, laptop συντονισμένο σε powerpoint, φωτισμός, κλιματισμός…

Διακεκριμένοι ακαδημαϊκοί και επιστήμονες θα προλόγιζαν το έργο του συγγραφέα-ποιητή, ο ίδιος, ενδεδυμένος με εμφανή μετριοφροσύνη και λανθάνουσα έπαρση, φρόντισε να βρίσκεται στο χώρο πολύ νωρίς…


Ήταν μάλλον γνωστός, διαφορετικά προς τί η υποστήριξή του, η ώρα πλησίαζε, γνωστοί και άγνωστοι συνέρρεαν, φιλιά στον αέρα, βρε παιδί μου χαθήκαμε, που βρίσκεσαι τώρα, αχ! ετοιμάζεις κάτι καινούριο, η απομόνωση του δημιουργού…


Τα φώτα χαμήλωσαν, οι ομιλητές ήπιαν μια γουλιά νερό, η παρουσίαση ξεκίνησε…

Στην αρχή κανένας δεν την κατάλαβε… 
Μπήκε από τη μισάνοιχτη πόρτα και άρχισε να ταξιδεύει πετώντας…   
Μια μύγα…
Όχι μικρούλα και ασήμαντη, κάτι μεταξύ κρεατόμυγας και χρυσόμυγας…

Φλέρταρε για λίγο με τα χαμηλωμένα φώτα, κανένας δεν έδωσε σημασία, εξερεύνησε τον χώρο και αποφάσισε να προσγειωθεί στην οθόνη του laptop, την κομβική στιγμή, της πιο σημαντικής εικόνας… 
Η φιγούρα της κυριάρχησε, ο τεχνικός, πανικόβλητος, έτρεξε μάταια, τη στιγμή που πλησίαζε, αυτή αποφάσισε να τεστάρει το μυαλό του συγγραφέα-ποιητή…

Εγκαταστάθηκε στον αριστερό φακό από τα πρεσβυωπικά γυαλιά του, ακριβώς την ώρα που ο ίδιος έπρεπε να μιλήσει για το έργο του…



via nista prologs.gr



Αίφνης, αυτός, ο «δημιουργός» άρχισε να μεταμορφώνεται… 
Στην αρχή τα μάτια, μεγάλωσαν, ξέφυγαν από τις κόγχες τους, βγήκαν μπροστά από τα πρεσβυωπικά  γυαλιά, έγιναν κόκκινα, με ανήσυχο βλέμμα… 

Ακολούθησε το σώμα, συρρικνώθηκε, έγινε μαύρο, στον επόμενο τόνο χρυσοπράσινο…
Μικρές, αλλά ευδιάκριτες, κεραίες ξεφύτρωσαν στην κορυφή του κεφαλιού του… 

Οι ακροατές θορυβήθηκαν, άρχισαν να κινούνται νευρικά στα καθίσματα, ώσπου ξεπρόβαλλαν τα φτερά… 
Πίσω από το γκρίζο σακάκι, δυο υπέροχα, διάφανα αλλά και τόσο ορατά φτερά… 


Ο «δημιουργός», που μέχρι αυτήν τη στιγμή σκούπιζε νευρικά τον ιδρώτα από το μέτωπό του, αφέθηκε…

Πέταξε, πάνω από τους ευσεβείς γέροντες, τις κοσμικές κυρίες, τους διανοούμενους…

Πέταξε κι ας ήταν αυτό «το μόνον της ζωής του ταξείδιον»…